χελωνιάρης

χελωνιάρης
I, α, ικο золотушный
χελωνιάρης2
II ο орёл-могильник

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "χελωνιάρης" в других словарях:

  • χελωνιάρης — α, ικο, Ν 1. αυτός που έχει χελώνια, που πάσχει από χοιράδωση 2. το αρσ. ως ουσ. ο χελωνιάρης ζωολ. κοινή ονομασία είδους αετού. [ΕΤΥΜΟΛ. < χελώνι + κατάλ. ιάρης (πρβλ. ψωρ ιάρης) …   Dictionary of Greek

  • χελωνιάρης — α, ικο 1. αυτός που πάσχει από χοιράδωση, αυτός που βγάζει χελώνια. 2. το αρσ. ως ουσ., χελωνιάρης κοινή ονομασία ορισμένων ειδών του πουλιού αετός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ιάρης — κατάλ. πολλών επιθ. τής Νέας Ελληνικής που χρησιμοποιούνται και ως ουσ. Σχηματίστηκε από τη σύναψη τής κατάλ. αρης* με ι , το οποίο αποσπάστηκε από το θέμα λέξεων σε ι, ια, ιο κ.τ.ό. (πρβλ. αρρωστ ι άρης, γκριν ι άρης, παιχνιδ ι άρης, χτικ ι… …   Dictionary of Greek

  • αετός — Ονομασία πολλών ημερόβιων αρπακτικών πτηνών, που έχουν προικιστεί με οξύτατη όραση και με κυρτό και γαμψό στην άκρη ράμφος. Τα πόδια του α. έχουν τέσσερα δάχτυλα, τρία μπροστά και ένα πίσω, με νύχια αγκιστροειδή, με τα οποία αρπάζει και… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»